φώλευσις Save LSJ Bailly 2024 Pape φώλ-ευσις, εως, ἡ, = φωλεία, Ael. NA 16.15 (pl.). φώλευσις, εως (ἡ) c. φωλεία, El. N.A. 16, 15. Étym. φωλεύω. φώλευσις, εως, ἡ, = φωλεία, Ael. H.A. 16.15.