Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χυτρώδης
χυτρώδης, pot-shaped
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χύτρειος
χύτρεος
χυτρεοῦς
χυτρεύς
χυτρεψός
χυτρίδιον
χυτρίζω
χυτρικός
χυτρίνδα
χύτρινος
χυτρῖνος
χυτρίον
χυτρίς
χυτρίσκη
χυτρισμός
χυτρίτης
χυτρόγαυλος
χυτροειδής
Χύτροι
Χύτρον
χυτροπλάθος
χυτροπόδιον
χυτρόπους
χυτροπωϊεῖον
χυτροπώλης
χυτροπώλιον
χυτρόπωλις
χύτρος
χυτροτομέω
χυτροφόρος
χυτρώδης
χὠ
χᾠ
χὤδωνις
χὠκ
χωκορτή
χωλαίνω
χώλανσις
χώλασμα
χωλάω
χωλεία
χώλευμα
χωλεύω
χωλιαμβοποιέω
χωλίαμβος
χωλογράββατον
χώλοθρον
χωλοιπόδης
χωλοίπους
χωλοκράββατον
χωλόομαι
χωλοποιός
χωλόπους
χωλός
χωλότης
χωλόω
χώλωμα
χώλωσις
χῶμα
χωματεκβολεύς
χωματεκβολία
…
χυτρώδης
Save
χυτρώδης, pot-shaped
LSJ
χυτρώδης, ες,
pot-shaped,
S.
Ichn.
295.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}