ἐπίδασυς
ἐπίδασυς, hairy
ἐπίδᾰσυς, εια, υ,
- hairy, Thphr. HP 3.18.5.
ἐπί·δασυς, εια, υ [ᾰ] légèrement velu, Th. H.P. 3, 18, 5.
ἐπίδασυς, ziemlich haarig, Theophr.
ἐπίδασυς, hairy