ἐπιδαίσιος
ἐπιδαίσιος, assigned, allotted
ἐπιδαίσιος, ον, (δαίω Β)
- assigned, allotted, οἶκος Call. Jov. 59.
ἐπι·δαίσιος, ος, ον, attribué en partage, Call. Jov. 59.
Étym. ἐπί, δαίω.
ἐπιδαίσιος, zugeteilt, οἶκος Callim. Iov. 59. Nach EM. ἐπίκοινος.