ἐπιδαμιοργέω
ἐπιδαμιοργέω, hold office of ἐπιδαμιοργός
ἐπιδᾱμι-οργέω,
- hold office of ἐπιδαμιοργός, prob. in IG 9(1).330.2 (Supp.Epigr. 2.354).
ἐπιδαμιοργέω, hold office of ἐπιδαμιοργός