ἐπίδαμος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell ἐπίδᾱμος, ἐπιδάμιος, Dor. for ἐπιδημ-. ἐπίδαμος, v. ἐπίδημος. ἐπίδᾱμος Dor. voor ἐπίδημος. ἐπίδαμος, [ᾱ], dor. = ἐπίδημος. ἐπίδαμος ἐπίδᾱμος, ον Doric for ἐπίδημος.