ἐπίδειγμα
ἐπίδειγμα, a specimen, pattern
ἐπίδειγμα, ατος, τό,
- pattern, example, X. Smp. 6.6, PTeb. 25.18 (ii B.C.); σοφίας πλείστης Pl. Hp.Mi. 368c; προνοίας Gal. UP 15.4.
- 2 display, ἐ. ἐπιδεικνύναι X. Cyr. 8.2.15; τὰ τῶν πλουσίων ἐ. show-pieces, gauds, Demetr. Eloc. 108.
- II memorial, χειμῶνος μεγάλου Epigr. ap. Str. 2.1.16.
ἐπίδειγμα, ατος (τὸ) marque, exemple, preuve, Xén. Conv. 6, 6 ; Plat. Hipp. mi. 368c.
Étym. ἐπιδείκνυμι.
ἐπίδειγμα, τό, das Vorgezeigte, die Probe, das Schaustück, σοφίας πλείστης ἐπίδειγμα Plat. Hipp. min. 368c ; ἱκανὸν δικαιοσύνης ἐπ. Xen. Mem. 4.4.12 ; ἐπίδειγμα ἐπιδεῖξαι, eine Probe ablegen, Cyr. 8.2.9 ; Sp., wie p. bei Strab. II.1.74 ἐπίδ. χειμῶνος μεγάλου.
ἐπίδειγμα, ατος, τό,
ἐπιδείκνυμι
- a specimen, pattern, Xen., Plat.