ἑξάς
ἑξάς, the number six
Could not find ἑξάδα in Logeion dictionaries.
ἑξάδα Noun: feminine accusative singular of ἑξάς
- the number six, Ph. 1.3, Luc. Sat. 4, Plu. Lyc. 5, etc.: pl., ἑξάδες ἄρτων, υἱῶν, Ph. 2.239, 418.
1 el número seis
Μωυσῆς ... ἑξάδι μὲν τὴν γένεσιν τῶν τοῦ κόσμου μερῶν ἀναθείς
ἑ. μὲν γὰρ ἀρτιοπέριττος ἀριθμός
el seis es un número par e impar a la vezπάντων ἀριθμῶν πρῶτος τέλειος ... ἡ δ' ἑ. ὡς ἴση τοῖς αὑτῆς μέρεσι
μέχρι γὰρ ἑξάδος ηὐξήθη συλλαβή τε καὶ πούς καὶ μέτρον διὰ τὴν τοῦ ἀριθμοῦ τελειότητα
2 grupo de seis, héxada gener. c. gen.
αἱ διτταὶ τῶν ... ἄρτων ἑξάδες
τάσσειν τοὺς ἐργαζομένους ... εἰς ἑξάδας
ἀπὸ γὰρ τῶν ἀπολύτων ἑξάδων τῆς τε ἀρρενωποῦ καὶ τῆς θηλυπρεποῦς
de los dos grupos de seis dioses
3 entre los pitagóricos casamiento, matrimonio
γάμος γὰρ παρὰ τοῖς Πυθαγορείοις, ὡς ἂν γόνιμος ἀριθμός, ἡ ἑξὰς καλεῖται
- the number six, Plut., etc.