ἐξαρχίδιος Save LSJ ἐξαρχ-ίδιος, ον, = ἐξ ἀρχῆς γενόμενος, ἐπιτροπά SIG 712.3 (Delos, ii B.C.), dub. in CIG 5235, Ps.-Philol. 21.