Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ὀρνεόμικτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὅρμικας
ὅρμινον
ὅρμινος
ὄρμινος
ὁρμινώδης
ὅρμισις
ὄρμισις
ὁρμίσκιον
ὁρμίσκος
ὅρμισμα
ὁρμιστέον
ὁρμιστηρία
ὁρμίστρια
ὁρμοδοτήρ
ὅρμος
ὁρμοφυλακία
ὁρμοφύλαξ
ὀρναπέτιον
ὀρνεάζομαι
Ὀρνεαί
ὀρνεακός
Ὀρνεάτης
Ὀρνειαί
ὀρνεόβρωτος
ὀρνεογλυφιστί
ὀρνεοθηρευτικός
ὀρνεοθυσία
ὀρνεοκράτωρ
ὀρνεόμαντις
ὀρνεομιγής
ὀρνεόμικτος
ὀρνεόμορφος
ὄρνεον
ὀρνεοπάτακτος
ὀρνεοπωλεῖον
ὀρνεοπώλης
ὀρνεοπώλιον
ὀρνεοσκοπέω
ὀρνεοσκοπητικός
ὀρνεοσκοπία
ὀρνεοσκοπικός
ὀρνεοσκόπος
ὀρνεοτρόφος
ὀρνεόφοιτος
ὀρνεόω
ὀρνεώδης
ὀρνεῶται
ὀρνεώτης
ὀρνίζω
ὀρνιθαγρευτής
ὀρνιθάριον
ὀρνίθαρχος
ὀρνιθᾶς
ὀρνιθεία
ὀρνιθεῖα
ὀρνίθειος
ὀρνίθεος
ὀρνιθευτής
ὀρνιθευτική
ὀρνιθευτικός
ὀρνιθεύω
…
ὀρνεόμικτος
Save
Pape
ὀρνεόμικτος
, = ὀρνεομιγής, Lycophr. 692.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts