About Report a problem

Menu

ῥοικώδης

ῥοικώδης, ες,
  • = ῥοικοειδής, ὀστέα Hp. Mochl. 30 (f.l. for ῥοιώδης, cf. ῥοώδεα ὀστέα ap. Erot.);= γαῦσος καὶ στρεβλός, Hp. (Art. 86) ap. Erot. (ῥοιώδη codd. Hp., v. ῥοιώδης).

Saved

Recent