ῥοίβδησις
ῥοίβδησις, a whistling, piping
ῥοίβδ-ησις, εως, ἡ,
- whistling, piping, βουκόλων E. IA 1086 (pl., lyr.).
ῥοίβδησις, εως (ἡ) sifflement, Eur. I.A. 1086.
Étym. ῥοιβδέω.
ῥοίβδησις, ἡ, = ῥοίζησις, das Rauschen, Sausen, Brausen, ἐν ῥοιβδήσει βουκόλων, Eur. I.A. 1086.
ῥοίβδησις, εως,
- a whistling, piping, Eur.