ῥοϊδάριον Save Bailly 2024 Pape ῥοϊδάριον, ου (τὸ) [ᾰ] sorte de médecine, Aét. 2, 68. Étym. dim. de ῥοΐδιον. ῥοϊδάριον, τό, = ῥοίδιον, VLL.