Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Αὐρέολος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Αὐξούμη
Αὔξουμον
Αὔξουννος
Αὔξουνος
αὐξύνω
Αὐξώ
αὔξω
Αὐξώμις
Αὐξωμῖται
αὔξων
αὐόκωλος
αὐονή
Αὐόντικον
αὖος
Αὖος
αὐότης
Αὐουεντῖνος
ἀϋπνέομαι
ἀϋπνέω
ἀϋπνία
ἄϋπνος
ἄυπνος
ἀϋπνοσύνη
αὔρα
Αὔρα
Αὐραδίς
Αὐράνα
Αὐρανῖτις
αὐράριος
Αὔρας
Αὐρέολος
αὔρη
αὔρηκτος
Αὐρηλία
Αὐρηλιανός
Αὐρήλιος
αὖρι
αὐριβάτας
αὐριβάτης
αὐρίβατος
αὐρίγαμμος
αὐρίζω
αὐρικαίσωρ
αὐρινός
αὔριον
αὔριος
Αὐρίτινα
Αὐρίων
Αὐρογκολήιος
αὖροι
αὐροί
αὖρον
αὐροσχάς
αὐρόσχας
Αὔρουγκοι
Αὐροῦγκοι
Αὐρουγκουλήϊος
Αὐρουπῖνοι
αὐροφόρητος
αὐροχάλκειος
αὐρόχαλκος
…
Αὐρέολος
Save
Bailly 2024
Αὐρέολος
(
ὁ
)
transcr. du n. d’h. rom.
Aurĕŏlus
,
Anth.
App.
223
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}