Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Βύμαζος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βυκανίζω
βυκανισμός
βυκανιστής
Βύκελος
Βύκη
βυκήης
Βύκης
βύκινον
βυκίον
βύκκων
βυκόομαι
βυκός
βυκτά
βύκτης
Βύκχις
Βυλάζωρα
βύλαρος
βυλλά
βύλλαρος
Βυλλιακή
Βυλλιδεύς
Βυλλίονες
Βύλλις
Βυλλίς
βυλλίχης
βυλλιχίδης
βυλλόομαι
βυλλός
Βύλλος
Βύλται
Βύμαζος
Βύνδακος
βυνεύς
βυνέω
βύνη
Βύνη
βύνητος
Βύνθα
βύνις
βυννεῖν
βυννέω
βυνοκοπία
βύξ
βύξα
Βυξεντῖνος
Βυξεντῖνος οἶνος
βύπτειν
βύπτω
Βύρβυρ
Βυρεβίστας
βύρθακος
βυρικόμενος
βύριον
βυρίτιον
βύρμαξ
βυρμός
βυρρός
βύρρος
βύρσα
Βύρσα
βυρσαίετος
…
Βύμαζος
Save
DGE
Βύμαζος
-ου, ὁ
Bimazo
ciu. de los peonios
, Ephor.87.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}