Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βυκανίζω
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βυζόν
Βυζύη
βύζω
Βυζώ
Βυζωνοί
βύθαλον
Βυθάριον
βυθάω
Βυθημανεῖς
βυθίζω
βύθιος
βυθισμός
βυθῖτις
βυθμήν
βυθμός
βυθοδρόμος
βυθοκλόνος
βυθοκυματοδρόμος
βυθός
βυθοστροφία
βυθοταραξοκίνησε
βυθοταραξοκίνησος
βυθοτρεφής
βυθόωσα
βυίκας
βυκ-
βυκανάω
βυκάνη
βυκάνημα
βυκανητής
βυκανίζω
βυκανισμός
βυκανιστής
Βύκελος
Βύκη
βυκήης
Βύκης
βύκινον
βυκίον
βύκκων
βυκόομαι
βυκός
βυκτά
βύκτης
Βύκχις
Βυλάζωρα
βύλαρος
βυλλά
βύλλαρος
Βυλλιακή
Βυλλιδεύς
Βυλλίονες
Βύλλις
Βυλλίς
βυλλίχης
βυλλιχίδης
βυλλόομαι
βυλλός
Βύλλος
Βύλται
Βύμαζος
…
βυκανίζω
Save
Bailly 2024
Pape
βυκανίζω
[
ῠᾰ
]
c.
βυκανάω,
Sext.
M.
6, 24
.
βυκανίζω
, = βυκανάω,
VLL
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}