Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βυκίον
DGE
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βυθημανεῖς
βυθίζω
βύθιος
βυθισμός
βυθῖτις
βυθμήν
βυθμός
βυθοδρόμος
βυθοκλόνος
βυθοκυματοδρόμος
βυθός
βυθοστροφία
βυθοταραξοκίνησε
βυθοταραξοκίνησος
βυθοτρεφής
βυθόωσα
βυίκας
βυκ-
βυκανάω
βυκάνη
βυκάνημα
βυκανητής
βυκανίζω
βυκανισμός
βυκανιστής
Βύκελος
Βύκη
βυκήης
Βύκης
βύκινον
βυκίον
βύκκων
βυκόομαι
βυκός
βυκτά
βύκτης
Βύκχις
Βυλάζωρα
βύλαρος
βυλλά
βύλλαρος
Βυλλιακή
Βυλλιδεύς
Βυλλίονες
Βύλλις
Βυλλίς
βυλλίχης
βυλλιχίδης
βυλλόομαι
βυλλός
Βύλλος
Βύλται
Βύμαζος
Βύνδακος
βυνεύς
βυνέω
βύνη
Βύνη
βύνητος
Βύνθα
βύνις
…
βυκίον
Save
DGE
Bailly 2024
βυκίον
v.
1
βικίον
.
βυκίον,
ου
(
τὸ
)
c.
βικίον 1,
A. Tr.
327, 573
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}