Κλυτόνηος
Κλυτόνηος, Clytoneus
Κλυτό·νηος, ου (ὁ) [ῠ] Klytonèos, h. Od. 8, 119, 123 ; A. Rh. 1, 134.
Étym. κλ. ναῦς.
Κλυτόνηος
- (ἀμύμων, ἀντίθεος).
- Son of Alcinous Od. 8.119, 123.
Κλυτόνηος : son of Alcinous, Od. 8.119, 123.