κλυτόκαρπος
κλυτόκαρπος, glorious with fruit
κλῠτό-καρπος, ον,
- glorious with fruit, κ. στέφανοι Pi. N. 4.76.
κλυτό·καρπος, ος, ον [ῠ] aux fruits renommés, fig. c. à d. glorieux, Pd. N. 4, 124.
Étym. κλ. καρπός.
κλυτόκαρπος, durch schöne Früchte berühmt, στέφανος Pind. N. 4.76, des Ruhmes Fruchtkränze.
κλῠτόκαρπος
- 1with glorious fruit met. οἴκαδε κλυτοκάρπων οὐ νέοντʼ ἄνευ στεφάνων N. 4.76
κλυτόκαρπος
κλῠτό-καρπος, ον
- glorious with fruit, Pind.