κλυστηρίδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape κλυσ-τηρίδιον, τό, Sor. 1.125, Orib. Fr. 143, Paul.Aeg. 3.23. κλυστηρίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petite seringue, P. Eg. p. 79, 19. Étym. dim. de κλυστήρ. κλυστηρίδιον, τό, dim. zu κλυστήριον, Paul.Aeg.