Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κῶνα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κῶμος
Κῶμος
κωμοφύλαξ
κωμόω
κωμύδριον
κώμυθος
Κώμυρος
κώμυς
κωμῳδέω
κωμῴδημα
κωμῳδητέον
κωμῳδία
κωμῳδιακός
κωμῳδιδάσκαλος
κωμῳδικός
κωμῳδικῶς
κωμῳδιογράφος
κωμῳδιοδιδάσκαλος
κωμῳδιοποιός
κωμῳδόγελως
κωμῳδογράφος
κωμῳδοδιδασκαλία
κωμῳδοδιδάσκαλος
κωμῳδολοιχέω
κωμῳδοποιητής
κωμῳδοποιΐα
κωμῳδοποιός
κωμῳδός
κωμῳδοτραγῳδία
κωμῳδοτραγῳδός
κῶνα
κώνα
κωνάζω
κωνάριον
Κώναρος
κωνάω
κωνειάζομαι
κώνειον
κώνης
κώνησις
κωνητικός
κωνίας
κωνίας οἶνος
κωνίζω
κωνικός
κωνίον
κωνίς
κωνῖτις
κωνοειδής
κωνοειδῶς
κωνόκαρπος
κωνοκόλουρος
κῶνος
κωνόσαρτον
κωνοτομέω
κωνοφόρος
Κώνσα
Κωνσάλια
Κωνσεντία
κωνσίλιον
Κῶνσος
…
κῶνα
Save
LSJ
κῶνα, ἡ,
= πίσσα, acc. κῶναν
Dsc.
1.72: gen. κώνης
Hippiatr.
26.
κώνα·
βέμβιξ,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}