Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κωνόκαρπος
κωνόκαρπος, pine-cone
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κωμῳδογράφος
κωμῳδοδιδασκαλία
κωμῳδοδιδάσκαλος
κωμῳδολοιχέω
κωμῳδοποιητής
κωμῳδοποιΐα
κωμῳδοποιός
κωμῳδός
κωμῳδοτραγῳδία
κωμῳδοτραγῳδός
κῶνα
κώνα
κωνάζω
κωνάριον
Κώναρος
κωνάω
κωνειάζομαι
κώνειον
κώνης
κώνησις
κωνητικός
κωνίας
κωνίας οἶνος
κωνίζω
κωνικός
κωνίον
κωνίς
κωνῖτις
κωνοειδής
κωνοειδῶς
κωνόκαρπος
κωνοκόλουρος
κῶνος
κωνόσαρτον
κωνοτομέω
κωνοφόρος
Κώνσα
Κωνσάλια
Κωνσεντία
κωνσίλιον
Κῶνσος
κώνσουλ
Κωνσταντινιάδης
Κωνσταντῖνος
Κωνσταντινούπολις
Κώνστας
Κωνσυάλια
κωνωπεῖον
κωνωπεών
Κωνώπη
κωνώπιον
Κωνώπιον
κωνωποειδής
κωνωποθήρας
Κωνωποσφράντης
κωνωποσφράντης
κωνωπώδης
κώνωψ
κῷον
κῶος
Κῷος
…
κωνόκαρπος
Save
κωνόκαρπος, pine-cone
LSJ
κωνό-καρπος, ὁ,
pine-cone,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}