About
Menu

μαργόω

μαργόω, zum μάργος machen, pass., = μαργαίνω, μαργουμένους στείχειν ἐπώτρυνε Pind. N. 9.19 ; μεμαργωμένοι, κυνοθρασεῖς vrbdt Aesch. Suppl. 739.

Saved

Recent