μαργόομαι
μαργόομαι, rage furiously
μαργ-όομαι, Pass.,
- = μαργάω, Pi. N. 9.19, A. Supp. 758 (lyr.).
μαργόομαι-οῦμαι, c. μαργάω (seul. part. prés. Pd. N. 9, 19, et part. pf. μεμαργωμένος, Eschl. Suppl. 758).
μαργόομαι
- 1be intemperate οὐδὲ Κρονίων ἀστεροπὰν ἐλελίξαις οἴκοθεν μαργουμένους στείχειν ἐπώτρυν of the expedition of the Seven against Thebes N. 9.19
μαργόομαι,
Pass. = μαργαίνω, Pind., Aesch.
from μάργος