Μηδοκτόνος
Μηδοκτόνος, Mede-slaying
Μηδ-οκτόνος, ον,
- Mede-slaying, APl. 16.62.
Μηδο·κτόνος, ος, ον, qui tue des Mèdes ou des Perses, A. Pl. 62.
Étym. Μῆδος, κτείνω.
Μηδοκτόνος
Μηδο-κτόνος, ον
κτείνω
- Mede-slaying, Anth.