Μηδοφόνος
Μηδοφόνος, ον,
- = Μηδοκτόνος, AP 7.243 (Loll. Bass.), IG 2.2719, 3.116.
Μηδο·φόνος, ος, ον, qui tue des Mèdes, Anth. 7, 243 ; Plut. M. 349b, c.
Étym. Μῆδος, πεφνεῖν.
Μηδοφόνος, Meder tötend ; Theaet.Schol. 3 (Plan. 233); Bass. 3 (VII.243).
Μηδοφόνος
Μηδο-φόνος, ον
*φένω
= Μηδοκτόνος, Anth.