μηδοπότερος
μηδοπότερος, α, ον,
- = μηδέτερος, AP 3.12 tit.
μηδ·οπότερος, α, ον, aucun des deux, Anth. 3, 12.
Étym. μηδέ, ὁπότερος.
μηδοπότερος, = μηδέτερος, in der Ueberschrift des Epigr. Cyzic. 12 (III.12).
μηδοπότερος
= μηδέτερος, Anth.