Πυθόνικος
Πυθόνικος, of/belonging to Pythian victory
Πῡθό-νῑκος, ον,
- = Πυθιόνικος, Pi. P. 11.43.
Πυθό·νικος, ου (ὁ) [ῡῑ]
1 c. Πυθιόνικος, Pd. P. 11, 67 ||
2 Pythonikos, h. And. 1, 11 Baiter-Sauppe.
Étym. Πυθώ, νίκη.
Πῡθόνῑκος father of Thrasydaios. ἢ πατρὶ Πυθονίκῳ τό γέ νυν ἢ Θρασυδᾴῳ (Tric..: Πυθιονίκῳ codd.) P. 11.43
Πυθόνικος
Πῡθό-νῑκος, ον,
= Πυθιόνικος, Pind.