Τριτώ Save Bailly 2024 Middle Liddell Τριτώ, voc. Τριτοῖ (ἡ) [ῑ] Tritô, ép. d’Athèna, Anth. 6, 194. Étym. v. Τριτογένεια. Τριτώ Τρῑτώ, οῦς, = Τριτογένεια, Anth.