τριττύαρχος
τριττύαρχος, chief of a τριττύς ΙΙΙ
τριττῠαρχ-ος, ὁ,
- chief of a τριττύς III, IG 2(2).641.31 (iii B. C.), Poll. 8.109; = tribunus, D.H. 2.7; of an officer in the army, Lib. Or. 25.58; τριττυάρχης, EM 768.13.
τριττύαρχος, ὁ, Anführer, Vorsteher einer τριττύς, Poll.