τριτώ Save LSJ Pape τρῑτώ, ἡ, = κεφαλή, v. Τριτογένεια. II Τρῑτώ, οῦς, ἡ, = Τριτογένεια, AP 6.194. τριτώ, ἡ, = κεφαλή, Gramm. S. Τριτογένεια, nom. pr.