τριττός Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape τριττός, ή, όν, Att. for τρισσός. τριττός, ή, όν, v. τρισσός. τριττός -ή -όν, Ion., Dor. τρισσός, Ion. ook τριξός [τρίς] drievoudig. τριττός, att. statt τρισσός.