τριτοστάτις Save Bailly 2024 Pape τριτο·στάτις, ιδος (ἡ) [ῐᾰ] fém. du préc. Ar. fr. 411. τριτοστάτις, ιδος, ἡ, fem. zu τριτοστάτης, Ar. Ir. 411 bei Poll. 4.106.