αἰθεριώδης
αἰθεριώδης, ες,
- = αἰθερώδης, φύσις Heraclit. All. 36.
etéreo, propio del éter
φύσις
στοιχεῖον
τόποι
αἰθεριώδης, c. αἰθερώδης, Gal.
αἰθεριώδης, ätherartig, Sp.
etéreo, propio del éter
φύσις
στοιχεῖον
τόποι