αἰθεροειδής
αἰθερο-ειδής, ές,
- = αἰθερώδης, Plu. Def.orac. 2.430e.
semejante al éter Plu.2.430d,
ἔστιν ὁ ἥλιος πίλημα αἰθεροειδὲς τῇ οὐσίᾳ
αἰθερο·ειδής, ής, ές, semblable à l’air éthéré, Plut. M. 430e.
Étym. αἰθ. εἶδος.
αἰθεροειδής, ές, ätherartig, Plut. Def. orac. 37.