αἰστωτήριος
αἰστωτήριος, destructive
αἰστωτήριος, ον,
- destructive, Lyc. 71.
aniquilador
πῦρ
αἰστωτήριος (contr. de ἀϊστ.), ος, ον, destructeur, Lyc. 71.
Étym. ἀϊστόω.
αἰστωτήριος, ἀ-ϊστωτήριος : zerstörend, πῦρ Lycophr. 71.