ἀϊστόω
ἀϊστόω, make unseen, make away with, destroy
- poet. Verb, not in Il., used by Hdt., and once in Pl., make unseen, make away with, destroy, ὣς ἔμʼ ἀϊστώσειαν Od. 20.79; πῦρ . . ἀΐστωσεν ὕλαν Pi. P. 3.37; ἀϊστώσας γένος τὸ πᾶν A. Pr. 234, cf. Pl. Prt. 321a; πατρίδʼ ᾔστωσας δόρει S. Aj. 515; κόρον ἀϊστώσας πυρί Id. Fr. 536; τὰ πρὶν δὲ πελώρια . . ἀϊστοῖ A. Pr. 151; ἀϊστώσει μιν Hdt. 3.69; δύο ἡμέων ἠΐστωσε ib. 127:—Pass., οἱ δʼ ἅμʼ ἀϊστώθησαν ἀολλέες Od. 10.259.
hacer desaparecer, aniquilar
ὣς ἔμ' ἀϊστώσειαν
πῦρ ἀίστωσεν ὕλαν
ἀϊστώσας γένος
τὰ πελώρια
μιν
δύο ἡμέων ἠίστωσε
πατρίδ' ᾔστωσας δορί
κόρον ἀϊστώσας πυρί
οὔ σέ τις ἀνδρὸς ψῆφος ἀϊστώσει
αἱ ... ἀιστώσαντο συνεύνους
κίον' αἰστώσεις δόμων
ἀϊστῶσαι στίχα νηῶν
οἱ δ' ἅμ' ἀϊστώθησαν ἀολλέες, οὐδέ τις αὐτῶν ἐξεφάνη
γένος ἀϊστωθείη
κῆπος ἀιστώθη
1. act. met acc. onzichtbaar maken, laten verdwijnen, vernietigen.
2. pass. verdwijnen:
[ἄϊστος.]
To cause to vanish or disappear Od. 20.79.
In pass., to vanish, disappear Od. 10.259.
- 1ravage, destroy (of fire) πολλὰν δʼ ὄρει πῦρ ἀίστωσεν ὕλαν P. 3.37 χρῆν ἄρα Πέργαμον εὐρὺν ἀιστῶσαι σέλας αἰθομένου πυρός Pae. 6.97
- to make unseen, to annihilate, Hom., etc.