ἀϊστοσύνη Save ἀϊστοσύνη, coniventia LSJ DGE ἀϊστοσύνη, ἡ, = ἀπώλεια, EM 43.21; = coniventia, Gloss. ἀϊστοσύνη -ης, ἡ aniquilación, EMα 597.