αἰσχρουργός
αἰσχρουργός, obscene
αἰσχρ-ουργός, όν,
- obscene, Gal. 12.249. Adv., Sup., D.C. 79.3.
felador
κοπροφάγος ... ἢ αἰσχρουργὸς ἢ κίναιδος
• indecente
ἐς ... τἆλλα πάντα καὶ αἰσχρουργότατα ... ἐξοκείλας
αἰσχρουργός, v. αἰσχροεργός.
αἰσχρουργός, Schändliches tuend, Sp., wie DL. 7.187.