αὐλωπός Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape αὐλωπός, ὁ, = αὐλωπίας, Opp. H. 1.256. αὐλωπός -οῦ, ὁ ict. un tipo de atún quizá el albacora, Thynnus alalonga Opp.H.1.256, cf. tb. ἀλλοπίᾶς y αὐλωπίς. αὐλ·ωπός, οῦ (ὁ) c. αὐλωπίας, Opp. H. 1, 256. αὐλωπός, ὁ, ein hohläugiger Fisch, Opp. H. 1.256, s. αὐλωπίας.