βιωτέον
βιωτέον, one must live
βῐ-ωτέον,
- one must live, Pl. Grg. 500d, Lib. Decl. 35.15.
hay que vivir c. ac. int.
εἰ ἔστον τούτω διττὼ τὼ βίω, σκέψασθαι ... ὁπότερον β. αὐτοῖν
μέχρι τοσῶνδε ἐτῶν β. σοι
βιωτέον, vb. de βιόω, Plat. Gorg. 500d.