βαιόχρονος Save βαιόχρονος, brief LSJ DGE βαιόχρονος, ον, brief, [βίος] Inscr.Prien. 287 (i B.C.). βαιόχρονος -ον efímero βαιοχρό[νου ... ἀντὶ βίου IPr.287 (I a.C.).