βακχεύτρια Save DGE Pape βακχεύτρια -ας, ἡ bacante τοῦ Διονύσου βακχεύτρια glos. a βάκχη Hsch.β 123, cf. AB 225. βακχεύτρια, ἡ, die Bacchantin, Hesych. u. B.A. 225.