βασανισμός
βασανισμός, torture
βᾰσᾰν-ισμός, ὁ,
- torture: ὁ γὰρ Κορίνθιος (sc. οἶνος) β. ἐστι Alex. 290, cf. Apoc. 9.5.
tormento, tortura
ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς
βασανισμοὺς ὑπομείναντες
ὁ β. αὐτῶν ὡς β. σκορπίου
β. καὶ πένθος
ὁ γὰρ Κορίνθιος (οἶνος) β. ἐστι
βασανισμός, οῦ (ὁ) [ᾰᾰ] mise à la question, torture, Alex. (Ath. 30f) ; NT. Apoc. 9, 5 ; 14, 10, etc.
Étym. βασανίζω.
βασανισμός, ὁ, Folterung, Marter, Alexis bei Ath. I p. 30f ; NT.