βαταλίζομαι
βαταλίζομαι, live like a βάταλος
βᾱτᾰλίζομαι,
- live like a βάταλος, Theano Ep. 1.3:—later in Act., β. τὰ ὀπίσθια wriggle, of a horse, Hippiatr. 30.
βαταλίζομαι, v. βατταλίζομαι.
βαταλίζομαι, weichlich leben, Theano ep. 1.