Βασταρνικός Save DGE Bailly 2024 Βασταρνικός -ή, -όν bastárnico ἔθνη Str.7.3.2, πόλεμοι Plu.2.324c. Βασταρνικός, ή, όν, des Bastarnes, Str. Plut. Étym. v. le préc.