Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βαστακτικῶς
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βασσαρικός
βασσάριον
βασσαρίς
βάσσαρος
βασσάτη
Βασσαχῖται
Βάσση
Βασσίανα
Βασσιανός
Βασσίδαι
Βασσίδινα
βάσσον
βάσσος
Βάσσος
βᾶσσος
βάσσων
βαστά
Βαστάγαζα
βασταγάριος
βασταγεύς
βασταγή
βαστάγιον
βάσταγμα
βασταγμός
βαστάζω
βάστακες
βαστακτέον
βαστακτέος
βαστακτής
βαστακτικός
βαστακτικῶς
βαστακτός
βάσταξις
Βαστάρναι
Βασταρνικός
Βάστας
βάσταχας
Βάστειρα
Βαστέρναι
βαστερνάριος
βαστέρνιον
βαστερνός
Βαστητανία
Βαστητανοί
Βαστία
βαστιζα κρόλεα
βαστιλᾶς
Βαστοῦλοι
βαστοφόλος
βάστραξ
βαστραχηλίζω
βασυμνιάτης
βασυνίας
Βατά
Βάταβοι
Βαταγκαίσσαρα
Βᾶται
βαταίνει
Βατάκης
βαταλίζομαι
βαταλίζω
…
βαστακτικῶς
Save
Pape
βαστακτικῶς
,
Schol. Aesch. Ag
. 243, Erkl. von ἀέρδην.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}