Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βασυμνιάτης
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βαστάγιον
βάσταγμα
βασταγμός
βαστάζω
βάστακες
βαστακτέον
βαστακτέος
βαστακτής
βαστακτικός
βαστακτικῶς
βαστακτός
βάσταξις
Βαστάρναι
Βασταρνικός
Βάστας
βάσταχας
Βάστειρα
Βαστέρναι
βαστερνάριος
βαστέρνιον
βαστερνός
Βαστητανία
Βαστητανοί
Βαστία
βαστιζα κρόλεα
βαστιλᾶς
Βαστοῦλοι
βαστοφόλος
βάστραξ
βαστραχηλίζω
βασυμνιάτης
βασυνίας
Βατά
Βάταβοι
Βαταγκαίσσαρα
Βᾶται
βαταίνει
Βατάκης
βαταλίζομαι
βαταλίζω
βάταλον
βάταλος
Βάταλος
βατάν-
Βατάνα
Βαταναβηνός
Βατάναβος
Βατάναγρα
Βαταναία
Βαταναῖοι
Βατανέα
Βατάνεια
Βατανεῶται
βατάνη
Βατάνη
βατάνιον
Βατανίς
Βατάνωχος
Βαταούα
Βαταουόδουρον
Βατάουοι
…
βασυμνιάτης
Save
DGE
βασυμνιάτης
-ου, ὁ
pastelero
especialista en
βασυνίας
q.u.
MAMA
3.645 (Córico).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}