About Report a problem

Menu

βάσταχας

βάσταχας· τοὺς τραχήλους (Boeot.), and βασταχάζει· τραχηλίζει, Hsch. (βαστρ- cod.):—also βάστραχες, Boeot.,
  • = οἱ τράχηλοι, and βαστραχαλίσαι, = τραχηλιάσαι, EM 191.11.

Saved

Recent