βαστακτός
βαστακτός, to be borne
βαστακ-τός, ή, όν,
- borne, AP 12.52 (Mel.).
1 llevado
ἐμοῖς β. ἐπ' ὤμοις
2 adv. -ῶς en volandas
β. ἀποφέρεσθαι
de un borracho
βαστακτός, ή, όν, porté, Anth. 12, 52.
Étym. βαστάζω.
βαστακτός, zu tragen, Mel. 7 (XII.52).
βαστακτός
verb. adj. of βαστακτός
- to be borne, Anth.